ανέμιξα

ανέμιξα
αόρ. от αναμιγνύω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ανέμιξα" в других словарях:

  • ἀνέμιξα — ἀνέμῑξα , ἀναμίγνυμι mix up aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναμίγω — (Μ ἀναμίγω) αναμειγνύω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀναμιγνύω με μεταπλασμό από τον αορ. ἀνέμιξα κατά το αντίστροφο σχήμα ἤνοιξα ἀνοίγω) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»